Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Η Κρήτη ενάντια στις διατλαντικές εμπορικές συμφωνίες TTIP, CETE, KAI TISA


ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΚΛΑΔΟΣ

Σε εγρήγορση έχουν βρεθεί τις τελευταίες εβδομάδες οι Δήμοι της Κρήτης, προκειμένου οι Δημοτικές Αρχές να προβούν σε απόφαση κατά της εφαρμογής των διαντλαντικών εμπορικών συμφωνιών TTIP, CETE και TISA σε μια προσπάθεια να ανακηρυχθεί η κάθε περιοχή «ελεύθερη ζώνη» από τις συγκεκριμένες συμφωνίες μεταξύ ΗΠΑ, Καναδά και Ε.Ε. καθώς απειλείται πλέον η ανεξαρτησία της κάθε περιοχής.

Ήδη από τις 28 Ιουλίου το Δ.Σ. της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Κρήτης προέτρεψε όλους τους δήμους να πάρουν αποφάσεις που θα χαρακτηρίζουν την περιοχή τους ως «Ελεύθερη Ζώνη» από τις παραπάνω συμφωνίες, συμμετέχοντας έτσι στο πολύ μεγάλο παγκόσμιο κίνημα εναντίον των συμφωνιών TTIP (Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων), CETE (Γενική Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Καναδά) και TISA (Συμφωνία Εμπορίου και Υπηρεσιών).

Περίπου 2.000 δήμοι της Ευρώπης έχουν ενεργοποιηθεί και έχουν κηρυχθεί ελεύθερες ζώνες από τις συμφωνίες TTIP –CETA – TISA, οι οποίες αποτελούν συμφωνίες υπό διαπραγμάτευση, μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δύο μεγάλων χωρών της Αμερικής για το ελεύθερο εμπόριο και τις ελεύθερες επενδύσεις, στοχεύοντας στην αύξηση των κερδών των πολυεθνικών εταιρειών, στον παραμερισμό και περιορισμό των κρατικών κανονιστικών ρυθμίσεων που ισχύουν, όπως για παράδειγμα τα εργασιακά δικαιώματα αλλά και τους κανόνες ασφαλείας των τροφίμων, αφού προβλέπεται περιορισμός σχετικά με τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα. Οι ίδιες συμφωνίες περιλαμβάνουν κανονισμούς για τη χρήση χημικών τοξικών ουσιών, νόμους για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στο διαδίκτυο και ουσιαστικά λειτουργούν ως “δούρειος ίππος” για την εισαγωγή στην Ευρώπη γενετικά τροποποιημένων οργανισμών όπως κρέατα με ορμόνες και μεταλλαγμένα φυτά.

Σύμφωνα με τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί από δήμους της Κρήτης, σε αυτές τις συμφωνίες διακυβεύονται ζητήματα όπως η υγεία των λαών και η οικονομική ευρωστία των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων με τη μετεγκατάσταση των μονάδων παραγωγής σε χώρες που οι μισθοί και τα δικαιώματα των εργαζομένων βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα. Οι όροι αυτών των συμφωνιών αποτελούν ουσιαστική απειλή για την υγεία των λαών, για την εργασία και τα εργασιακά δικαιώματα ενώ με την ενσωμάτωση της ρύθμισης του Μηχανισμού Διαιτησίας Επίλυσης Διαφορών Επενδυτών και Κρατών, το λεγόμενο ISDS, τα εταιρικά συμφέροντα αποκτούν συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι εκείνων των πολιτών και των τοπικών κοινωνιών της συμφωνίας και έτσι μόνον οι εταιρείες μπορούν να προσφύγουν εναντίον των κυβερνήσεων, παραβιάζοντας με αυτό τον τρόπο θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας, όπως η ισοπολιτεία.

Ειδικά για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, οι συμφωνίες TTIP – CETA – TISA εγείρουν τεράστιο ζήτημα, αφού όχι μόνο προβλέπουν την ιδιωτικοποίηση – εμπορευματοποίηση βασικών λειτουργιών των Δήμων, αλλά απαγορεύουν στο διηνεκές την επανάκτησή τους από τις δημοκρατικά εκλεγμένες τοπικές αρχές. Κατά συνέπεια, οι Δήμοι θα στερηθούν τον κορμό των δραστηριοτήτων τους χάριν των μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων.

Για τις συμφωνίες αυτές η GREENPEACE καταγγέλλει τα εξής: «Με τις συμφωνίες TTIP και CETA, οι μεγαλύτερες πολυεθνικές επιχειρήσεις του πλανήτη και τα λόμπι τους, αποκτούν άνευ προηγουμένου εξουσίες – αφού θα μπορούν να επηρεάζουν και να αλλάζουν τη νομοθεσία προς όφελός τους ή να μηνύουν σε ιδιωτικά δικαστήρια τις κυβερνήσεις που δεν συμμορφώνονται. Σε αυτό το πλαίσιο, καμία χώρα δεν θα έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί επενδύσεις ή προϊόντα μιας εταιρείας, ακόμα και αν αυτά ενέχουν κινδύνους για την υγεία των πολιτών, το περιβάλλον ή τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η καλλιέργεια μεταλλαγμένων, την οποία η Ελλάδα μέχρι στιγμής απαγορεύει, αλλά υπό το καθεστώς της TTIP και της CETA θα αναγκαστεί να δεχτεί. Αυτή τη στιγμή όμως έχουμε μία μοναδική ευκαιρία. Η διαρροή των μυστικών κειμένων της TTIP από το ολλανδικό γραφείο της Greenpeace προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις ενάντια στη συμφωνία από πληθώρα πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών φορέων στην Ευρώπη. Η έμπρακτη εναντίωση του αρμόδιου Έλληνα υπουργού για θέματα εμπορίου, στην TTIP και τη CETA, είναι όχι μόνο ζήτημα εθνικού συμφέροντος, αλλά και ηθικού χρέους»

Στο νομό Ρεθύμνου ήδη ο Δήμος Ανωγείων έχει πάρει απόφαση και έχει ανακηρυχθεί «Ελεύθερη ζώνη από τις συμφωνίες TTIP, CETE και TISA» ενώ οι Δήμοι Αμαρίου, Αγίου Βασιλείου, Ρεθύμνης και Μυλοποτάμου τα έχουν θέματα προς συζήτηση στις προσεχείς συνεδριάσεις τους με εισηγήσεις κατά των παραπάνω συμφωνιών.


ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η «TTIP»

Η διατλαντική εμπορική και επενδυτική συνεργασία (Transatlantic Trade and Investment Partnership – TTIP), προηγουμένως διατλαντική συμφωνία ελευθέρου εμπορίου (TAFTA), αποτελεί μία πρόταση προστασίας του ελευθέρου εμπορίου και των επενδύσεων, με τη μορφή μίας διεθνούς συνθήκης μεταξύ της ΕΕ και των Η.Π.Α. Οι ακριβείς προϋποθέσεις διαπραγματεύονται από τον Ιούλιο του 2013, με ολόκληρη τη διαδικασία να διεξάγεται αδιαφανώς, πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες.

Ως πρόδρομος της θεωρείται η πολυμερής συμφωνία για τις επενδύσεις (Multilateral Agreement of Investment – MIA) η οποία, τη δεκαετία του 1990, προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις εκ μέρους ακτιβιστών και ΜΚΟ. Η ΤΤΙΡ έχει πολλές ομοιότητες με την CETA, η οποία είναι μία ανάλογη συμφωνία της ΕΕ με τον Καναδά ενώ και οι δύο συνδέονται με τη διεθνή εμπορική συμφωνία κατά της παραποίησης (ACTA), η οποία απέτυχε λόγω των διαμαρτυριών εναντίον της από τους Πολίτες των χωρών της ΕΕ και των Η.Π.Α.

Σύμφωνα με αυτά που δημοσιοποιούνται, ο στόχος της ΤΤΙΡ είναι η κατάργηση των δασμολογικών και μη δασμολογικών «φραγμών», μεταξύ των Η.Π.Α. και της ΕΕ, με στόχο την άνοδο του ρυθμού ανάπτυξης σε όλες τις χώρες που θα συμμετέχουν – λόγω της μείωσης του κόστους των εξαγωγικών επιχειρήσεων, η οποία θα αύξανε τους τζίρους τους. Την ίδια στιγμή τα κανονιστικά πρότυπα που προωθούνται ταυτόχρονα, στους τομείς της προστασίας του περιβάλλοντος, των καταναλωτών, της υγείας, της εργατικής νομοθεσίας και του κοινωνικού κράτους, εξυπηρετούν αποκλειστικά και μόνο τις πολυεθνικές – οπότε δεν είναι προς όφελος των Πολιτών.

Το χειρότερο όλων πάντως είναι η δημιουργία ιδιωτικών διαιτητικών δικαστηρίων που προωθείται από την ΤΤΙΡ, τα οποία θα δίνουν τεράστια ισχύ στις πολυεθνικές, εις βάρος των κρατών – ειδικά όσον αφορά την απαίτηση αποζημίωσης τους για διαφυγόντα κέρδη λόγω της καθυστέρησης ή μη διενέργειας επενδύσεων, μετά από κοινωνικές αντιδράσεις. Με απλά λόγια, με τη συμφωνία αυτή θα περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό η εθνική κυριαρχία των κρατών – τα οποία θα βρεθούν στο έλεος των επιχειρήσεων. Θα αποτελούσε επί πλέον ένα μεγάλο πλήγμα για τη Δημοκρατία και το Κράτος Δικαίου – οπότε πολύ σωστά εξεγείρονται εναντίον της οι Πολίτες της ΕΕ.


Η CETA

Η συμφωνία CETA (Συνολική Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία – Comprehensive Economic and Trade Agreement) είναι παρόμοια με την ΤΤΙΡ, αφορά τον Καναδά και την ΕΕ, ενώ προωθήθηκε έξυπνα στον Καναδά – με την έννοια πως θα ωφελούταν σε πολύ μεγάλο βαθμό από την αύξηση των εξαγωγών του στην Ευρώπη. Πρόκειται για μία τεχνική που χρησιμοποιούν οι Η.Π.Α. επίσης στην ΕΕ για την ΤΤΙΡ – με στόχο να πείσουν για τα πλεονεκτήματα της.

Περαιτέρω, φαίνεται πως οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της ΕΕ και του Καναδά, όσον αφορά την CETA έχουν ολοκληρωθεί, χωρίς να είναι γνωστό στους Πολίτες – παρά το ότι προβλέπονται και σε αυτήν ιδιωτικά διαιτητικά δικαστήρια, μέσω των οποίων θα παρακάμπτεται το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

Σε κάθε περίπτωση, όταν επικυρωθεί η CETA, θα έχει τη δυνατότητα κάθε αμερικανικός όμιλος, ο οποίος θα διατηρεί ένα μικρό υποκατάστημα στον Καναδά, να καταθέτει αγωγή εναντίον οποιουδήποτε ευρωπαϊκού κράτους θεωρεί πως βλάπτει τα συμφέροντα του – ενώ η εκδίκαση θα διενεργείται από ένα ιδιωτικό διαιτητικό δικαστήριο.

Για παράδειγμα, εάν η εταιρεία «Ελληνικός Χρυσός», η οποία είναι θυγατρική της καναδικής Eldorado Gold, έχει την άποψη πως η ελληνική κυβέρνηση της προξενεί ζημίες στις Σκουριές με τις αποφάσεις της, τότε θα έχει τη δυνατότητα να την καταγγείλει σε κάποιο ιδιωτικό δικαστήριο – ζητώντας αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη ή για οτιδήποτε άλλο.

Περαιτέρω, εάν η CETA επικυρωθεί, αλλά όχι η ΤΤΙΡ, οι αμερικανικές επιχειρήσεις θα έχουν σχεδόν όλα τα πλεονεκτήματα της ΤΤΙΡ, χωρίς τα μειονεκτήματα της – με την έννοια ότι, θα ανταγωνίζονται μεν τις ευρωπαϊκές εταιρείες στην ΕΕ, μέσω των θυγατρικών τους στον Καναδά, χωρίς όμως να ισχύει το ίδιο στις Η.Π.Α.

Με απλά λόγια, επειδή σχεδόν όλες οι αμερικανικές πολυεθνικές έχουν κάποια θυγατρική στον Καναδά ή μπορούν να ιδρύσουν όταν το κρίνουν σκόπιμο, τότε θα δύνανται να απολαμβάνουν όλα τα προνόμια και τα δικαιώματα που θα τους προσφέρει η CETA στην Ευρώπη – καταθέτοντας αγωγές εναντίον κρατών, δήμων και πόλεων, όταν θεωρούν πως οι αποφάσεις τους τις ζημιώνουν.

Για παράδειγμα, όταν μία εταιρεία όπως η Monsanto, την οποία σχεδιάζει να εξαγοράσει η γερμανική Bayer, δεν μπορεί να προωθήσει την έγκριση ενός γενετικά μεταλλαγμένου προϊόντος της στην Ευρώπη, ή μία άλλη όπως η Kellogg δεν επιτρέπεται να πουλήσει τα δημητριακά της από γενετικά τροποποιημένο καλαμπόκι, τότε θα μπορεί να ζητήσει την υποχρεωτική έγκριση του προϊόντος ή την αποζημίωση της (διαφυγόντα κέρδη) από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, μέσω της θυγατρικής του Καναδά – απευθυνόμενη σε κάποιο ιδιωτικό διαιτητικό δικαστήριο, το οποίο τελικά θα αποφασίσει.

Αντίθετα, η CETA δεν επιτρέπει κάτι αντίστοιχο στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, όσον αφορά τις Η.Π.Α. – οπότε εύλογα οι Αμερικανοί δεν πιέζουν υπερβολικά για την υπογραφή της ΤΤΙΡ συμβιβαζόμενοι με τις απαιτήσεις των Ευρωπαίων, αφού η CETA τους είναι πολύ πιο ωφέλιμη. Ακόμη χειρότερα, τα ιδιωτικά δικαστήρια των επενδυτών θα μπορούσαν να αποφασίσουν πως οι αμερικανικές απόψεις υπερισχύουν των ευρωπαϊκών και καναδικών – ενώ, στις περιπτώσεις που θα υπάρχει σύγκρουση, θα έχουν τη δυνατότητα να επικαλεστούν τους περιοριστικούς κανόνες της ΤΤΙΡ, παρά το ότι δεν θα έχει υπογραφεί η συμφωνία.

Ως εκ τούτου, η υπογραφή της CETA από την ΕΕ και τον Καναδά χωρίς την ΤΤΙΡ της ΕΕ με τις Η.Π.Α. θα ήταν καταστροφική – γεγονός που επεξηγεί την αγωνία των ευρωπαϊκών πολυεθνικών, όσον αφορά την επίτευξη ή μη της συμφωνίας ΤΤΙΡ. Λογικά λοιπόν θεωρείται πως η ΤΤΙΡ δεν είναι τίποτα άλλο, από ένας Δούρειος Ίππος των Η.Π.Α., με στόχο να επικεντρώσει όλες τις αντιδράσεις των Ευρωπαίων Πολιτών και τελικά να μην ψηφιστεί – όταν στο παρασκήνιο θα υπογράφεται η CETA με τον Καναδά, η οποία θα τους εξασφαλίζει τεράστια πλεονεκτήματα, χωρίς κανένα μειονέκτημα. Έτσι θα έχουν πετύχει μία διπλή νίκη, ενοχοποιώντας για την αποτυχία υπογραφής της ΤΤΙΡ τους Ευρωπαίους Πολίτες – οι οποίοι θα έχουν αυτοπαγιδευτεί, χωρίς καν να το γνωρίζουν.


H TISA

Η TiSA (Trade in Services Agreement), είναι μία συμφωνία που διαπραγματεύεται σήμερα μεταξύ των Η.Π.Α., των 28 χωρών της ΕΕ, καθώς επίσης 21 άλλων κρατών – όπως το Μεξικό, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, το Ισραήλ, η Ελβετία και η Τουρκία. Ο βασικός κρυφός σκοπός της είναι να υποχρεωθούν τα κράτη να ιδιωτικοποιήσουν όλες τις επιχειρήσεις κοινωνικής ωφελείας – μεταξύ των οποίων την ύδρευση, την ηλεκτρική ενέργεια, την Υγεία, την Παιδεία, την ασφάλεια και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Οι διαπραγματεύσεις έχουν ήδη ξεκινήσει από το 2012, χωρίς να ενημερώνεται η κοινή γνώμη. Εάν ευοδωθούν, θα έχει πραγματοποιηθεί ο χωρισμός της παγκόσμιας κοινωνίας σε δύο τάξεις – η κυρίαρχη των οποίων, η διεθνής ελίτ, θα εδραιωθεί, χωρίς πλέον να κινδυνεύει να χάσει τα ηγεμονικά της προνόμια.

Περαιτέρω, η TISA σχεδιάζεται να υιοθετηθεί από πενήντα χώρες, συμπεριλαμβάνοντας τη διασυνοριακή ανταλλαγή υπηρεσιών. Τα κράτη δε που συμμετέχουν στις μυστικές συζητήσεις επιδιώκουν μία ευρεία «απορρύθμιση» του τομέα των υπηρεσιών – γεγονός που θα επέτρεπε μεταξύ άλλων στους πολυεθνικούς ομίλους, να εμπορεύονται παγκοσμίως με νοικιασμένους ή «δανεικούς» εργαζομένους.

Οι πενήντα αυτές χώρες αντιπροσωπεύουν το 65% περίπου του παγκοσμίου εμπορίου στον τομέα των υπηρεσιών – με πρώτο στόχο της συμφωνίας να αποτελεί η ιδιωτικοποίηση του νερού. Στα πλαίσια αυτά, η αναφορά (Petition) εναντίον της ιδιωτικοποίησης της ύδρευσης, η οποία κατατέθηκε στις Βρυξέλλες από την πρωτοβουλία «right 2 water», απορρίφθηκε από την Κομισιόν – με την αιτιολογία πως δεν είναι αρμόδια για το θέμα.


Προφανώς η Κομισιόν γνώριζε πως διενεργούνται διαπραγματεύσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, οι οποίες αφορούν και το νερό – οπότε απόφυγε να απαντήσει. Ειδικά όσον αφορά το θέμα αυτό, οι Έλληνες δύσκολα μπορούν να αμυνθούν, λόγω της υπερχρέωσης της χώρας και της υπαγωγής της σε ένα νέο καθεστώς διεθνούς οικονομικού ελέγχου.

Περαιτέρω, η συμφωνία μπορεί να επεκταθεί και σε άλλους τομείς – όπως στην κατάργηση των απαγορεύσεων που προέβλεπε η GATS (η διεθνής συμφωνία για το εμπόριο και τις υπηρεσίες του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου), σχετικά με τις επιχειρήσεις δημοσίου ενδιαφέροντος. Ειδικότερα, γίνεται προσπάθεια μέσω αυτής να εδραιωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις που διενεργούνται από ορισμένες χώρες, επίσης στα πλαίσια των μέτρων που επιβάλλει το ΔΝΤ – έτσι ώστε να είναι αδύνατη η επανεθνικοποίηση τους.

Για παράδειγμα, η πόλη του Παρισιού πούλησε το 1985 τη δημόσια επιχείρηση ύδρευσης στους ομίλους GDF Suez και Veolia – με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι τιμές του νερού περισσότερο από 100%, καθώς επίσης να μειωθεί η ποιότητα του, λόγω της ελλιπούς συντήρησης του δικτύου, για εξοικονόμηση δαπανών.

Έτσι λοιπόν αποφάσισε η πόλη το 2010 να αγοράσει ξανά τη δημόσια επιχείρηση – κάτι που δεν θα είναι στο μέλλον δυνατόν, εάν υπογραφεί η παραπάνω συμφωνία (TiSA). Κάτι ανάλογο συνέβη και στο Αμβούργο, όταν το κρατίδιο αποφάσισε να εθνικοποιήσει την εταιρεία ηλεκτρικής ενέργειας – η οποία είχε αυξήσει σημαντικά τις τιμές, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τα νοικοκυριά.

Όσον αφορά τώρα την απασχόληση, οι ιδιωτικοποιήσεις αυξάνουν σημαντικά την ανεργία – γεγονός που τεκμηριώνεται από τις Η.Π.Α., στις οποίες οι αποκρατικοποιήσεις της ύδρευσης και των παράλληλων κλάδων, οδήγησαν στην απώλεια του 1/3 των θέσεων εργασίας. Συμπερασματικά λοιπόν οι πολυεθνικοί όμιλοι προετοιμάζονται «θεσμικά», με στόχο την λεηλασία της δημόσιας περιουσίας πολλών κρατών, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αντίδρασης εκ μέρους τους.

Παράλληλα, επιδιώκουν τη λεηλασία των εργαζομένων, με την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, με την επιβολή χαμηλών μισθών σε ορισμένους τομείς, καθώς επίσης με τη διεύρυνση της «δανεικής εργασίας» – της ενοικίασης των εργαζομένων δηλαδή από ανάλογες εταιρείες, για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να μην απαιτούνται απολύσεις, αποζημιώσεις κοκ.

Η συντριπτική πλειοψηφία πάντως των βουλευτών της ΕΕ υποστήριξε στις 03.02.2016 ένα ψήφισμα που καθορίζει τις συστάσεις τους προς την Επιτροπή, για τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις που αφορούν την TiSA. Το τελικό κείμενο έχει υιοθετηθεί με 532 ψήφους υπέρ, 131 κατά και 36 αποχές (πηγή). Υπέρ του κειμένου τοποθετήθηκαν οι Χριστιανοδημοκράτες, οι Σοσιαλιστές, οι Συντηρητικοί και οι Φιλελεύθεροι. Οι Πράσινοι, η Αριστερά και οι Εθνικιστές βουλευτές αντιτάχθηκαν, ενώ το βρετανικό UKIP απείχε.
πηγή

Πηγές: Απόφαση Δ.Σ. ΠΕΔ Κρήτης / Απόδαση Δ.Σ. Δήμου Πλατανιά Χανίων / Analyst.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: